Η συνείδηση είναι το μυστήριο εκείνο που καθιστά τον άνθρωπο ικανό να βλέπει όχι μόνο τον κόσμο, αλλά και τον εαυτό του μέσα σε αυτόν. Είναι ο καθρέφτης που στρέφεται προς το άπειρο και συγχρόνως προς τα έγκατα της ύπαρξης. Όταν μιλούμε «υπό το φως της συνείδησης», δεν μιλούμε για ένα φως εξωτερικό, αλλά για εκείνη την εσωτερική ακτινοβολία που αποκαλύπτει τον αληθινό πυρήνα του όντος.
Στην Καμπαλά, η συνείδηση συσχετίζεται με το Δέντρο της Ζωής, όπου κάθε Σεφίρα είναι ένας καθρέφτης της Θείας Σοφίας. Η συνείδηση δεν είναι ένα μόνο σημείο αλλά μία κλίμακα, ένας ανυψούμενος ρυθμός. Η Σεφίρα Tiferet, το Κάλλος, αποτελεί την καρδιά της ψυχής, είναι εκεί όπου το ανθρώπινο εγώ εναρμονίζεται με το Θείο θέλημα. Όπως λέγεται στο Ζόχαρ:
«Η ψυχή είναι ένα λυχνάρι που καίει με το λάδι της σοφίας και ο λύχνος της είναι ο νους, και όταν ο νους φωτίζεται, τότε η ψυχή λάμπει μπροστά στο πρόσωπο του Βασιλέως».
Η Θεουργία βλέπει τη συνείδηση ως δύναμη που δεν περιορίζεται στη σφαίρα της ανθρώπινης διάνοιας, αλλά δύναται να αγγίξει τα ίδια τα πεδία των Θεών. Το φως της συνείδησης, όταν καθαρθεί από πάθη και αμαύρωση, γίνεται όργανο επικοινωνίας με το Θείο. Ο Ιάμβλιχος γράφει:
«Δεν είναι ο άνθρωπος που ανυψώνει τους θεούς προς τον εαυτό του, αλλά ο ίδιος ο θεός που, δια της θεουργικής πράξεως, φωτίζει τον νου και τον μεταμορφώνει».
Η Ερμητική Παράδοση διδάσκει ότι «ὃ ἄνωθεν, ὡς κάτωθεν». Το φως της συνείδησης είναι η αντανάκλαση της Πρώτης Διάνοιας μέσα στο μικρόκοσμο του ανθρώπου. Το Corpus Hermeticum μας παραδίδει:
«Ο νους, ο οποίος είναι φως, είναι ο σπινθήρ του Θεού μέσα στον άνθρωπο, και όταν αυτός γνωρίσει τον εαυτό του, τότε επιστρέφει στον Πατέρα».
Έτσι, η συνείδηση είναι ταυτόχρονα γνώση και μνήμη: η μνήμη της θείας καταγωγής, η γνώση της πορείας προς την ανάκτηση της ενότητας.
Στην Αλχημία, η μεταμόρφωση των μετάλλων δεν είναι παρά η αλληγορία της μεταμόρφωσης της ψυχής. Ο μόλυβδος του εγώ καλείται να μετατραπεί σε χρυσό πνευματικό, και η φωτιά που καίει μέσα στον αλχημιστικό κλίβανο είναι το ίδιο το φως της συνείδησης. Το Aurora Consurgens αποφαίνεται:
«Η ψυχή, σαν ακατέργαστο μέταλλο, μέσα από τον πόνο και την κάθαρση, γίνεται χρυσός άφθαρτος, και ο ήλιος που την καθοδηγεί είναι η ίδια η θεία φλόγα εντός της».
Υπό το φως της συνείδησης, ο κόσμος δεν είναι πλέον σκιώδης και κενός, αλλά ένας ζωντανός Ναός. Όλες οι Παραδόσεις -Καμπαλά, Θεουργία, Ερμητισμός, Αλχημία- υποδεικνύουν ότι το φως αυτό δεν είναι εξωτερική αποκάλυψη, αλλά η ανάμνηση και η αφύπνιση του ίδιου του ανθρώπου. Είναι η υπενθύμιση ότι το Θείο είναι παρόν μέσα μας, περιμένοντας να αναγνωριστεί.
Όπως θα έλεγε και ο Ερμής ο Τρισμέγιστος:
«Ο άνθρωπος που γνώρισε τον εαυτό του, γνώρισε το σύμπαν, και εκείνος που γνώρισε το σύμπαν, γνώρισε τον Θεό».
Μιχάλης Γρηγορίου