Η διάκριση μεταξύ Θέλησης και Επιθυμίας αποτελεί έναν από τους βαθύτερους άξονες της Εσωτερικής Φιλοσοφίας και της Μυστικής Παράδοσης. Δεν πρόκειται απλώς για ψυχολογικές καταστάσεις, αλλά για δύο θεμελιώδεις κοσμικές δυνάμεις που δρουν εντός και εκτός του ανθρώπου. Η μία είναι φωτεινή, συνειδητή και κατευθυντική. Η άλλη ρευστή, ασταθής και συχνά τυφλή. Ο άνθρωπος στέκεται στο μεταίχμιο αυτών των δύο, ως πεδίο σύγκρουσης αλλά και ως εργαστήριο μεταμόρφωσης.
Στην Εσωτερική Παράδοση, η Θέληση δεν ταυτίζεται με την απλή επιμονή ή την ψυχική δύναμη. Είναι η αντανάκλαση της θείας πρόθεσης μέσα στον άνθρωπο. Στον Ερμητισμό, διατυπώνεται η αρχή ότι «το Όλον είναι Νους», και συνεπώς κάθε αυθεντική θέληση είναι εκδήλωση του παγκόσμιου Νου. Η αληθινή Θέληση δεν επιβάλλεται, αλλά αποκαλύπτεται, δεν είναι καταναγκαστική, αλλά ευθυγραμμιστική.
Η Καμπαλιστική σκέψη αναγνωρίζει στη Θέληση την εκδήλωση του Keter, της ανώτατης σεφιράς, που αντιστοιχεί στη θεία βούληση πριν ακόμη αποκτήσει μορφή. Εκεί, η Θέληση δεν είναι επιθυμία για κάτι, αλλά καθαρή ύπαρξη προς εκδήλωση.
Όπως αναφέρει μια Ροδοσταυρική ρήση: «Η Θέληση είναι ο σπόρος του Θεού εντός του ανθρώπου, όποιος την καλλιεργεί, γίνεται συνδημιουργός του κόσμου.»
Η Επιθυμία, αντίθετα, αποτελεί την κινητήρια δύναμη της εκδήλωσης στον υλικό κόσμο. Στην Αλχημική Παράδοση, αντιστοιχεί στην Prima Materia, την αρχέγονη, αδιαμόρφωτη ουσία που περιέχει τα πάντα αλλά δεν έχει ακόμη μορφοποιηθεί.
Στον Αποκρυφισμό, η επιθυμία συνδέεται με το αστρικό σώμα, το πεδίο των παθών, των φαντασιώσεων και των συναισθημάτων. Δεν είναι κακή καθαυτή, είναι όμως επικίνδυνη όταν παραμένει ασυνείδητη. Όπως σημειώνεται σε εσωτερικά κείμενα: «Η επιθυμία είναι φωτιά, αν δεν την κατευθύνεις, θα σε κατακάψει.»
Η Θεουργία, από την άλλη, δεν απορρίπτει την επιθυμία, αλλά την ανυψώνει. Μέσω ιερών πρακτικών, η επιθυμία μετατρέπεται σε λαχτάρα για το Θείο, σε έρωτα για την αλήθεια.
Ο κοινός άνθρωπος συγχέει την επιθυμία με τη θέληση. Νομίζει ότι «θέλει», ενώ στην πραγματικότητα απλώς επιθυμεί. Η επιθυμία αλλάζει, επηρεάζεται, φθείρεται. Η θέληση παραμένει.
Στον Ερμητικό Λόγο βρίσκουμε: «Ό,τι μεταβάλλεται δεν είναι αληθινό, ό,τι είναι αληθινό δεν μεταβάλλεται.»
Η σύγχυση αυτή οδηγεί τον άνθρωπο σε μια ζωή αντιφάσεων. Κυνηγά στόχους που δεν είναι δικοί του, διαμορφώνει ταυτότητες που δεν αντανακλούν την ουσία του, και τελικά γίνεται δημιούργημα των επιθυμιών του αντί δημιουργός του εαυτού του.
Η λύση δεν είναι η καταστολή της επιθυμίας, αλλά η μεταμόρφωσή της. Εδώ εισέρχεται η Αλχημία, όχι ως χημική πρακτική, αλλά ως εσωτερική διεργασία.
Η κλασική Αλχημική φόρμουλα solve et coagula (διάλυση και ανασύνθεση) εφαρμόζεται στον ψυχισμό:
Διάλυση των ασυνείδητων επιθυμιών
Καθαρισμός μέσω γνώσης
Ανασύνθεση υπό την καθοδήγηση της θέλησης
Το «Μεγάλο Έργο» (Magnum Opus) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ένωση Θέλησης και Επιθυμίας σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης.
Το έργο του ανθρώπου είναι διπλό:
- Αφύπνιση της Θέλησης
Η θέληση δεν επινοείται, ανακαλύπτεται. Μέσα από πειθαρχία, αυτοπαρατήρηση και εσωτερική σιωπή, ο άνθρωπος αρχίζει να διακρίνει τι είναι ουσιώδες και τι παροδικό.
Στη Ροδοσταυρική διδασκαλία: «Σιώπα, γνώρισε, θέλησε, τόλμα.»
Η σιωπή προηγείται της θέλησης, διότι μόνο σε αυτήν μπορεί να ακουστεί η αληθινή φωνή.
- Εξαγνισμός της Επιθυμίας
Η επιθυμία δεν εξαφανίζεται, εξευγενίζεται. Από επιθυμία για ηδονή γίνεται επιθυμία για αρμονία, από επιθυμία για κατοχή γίνεται επιθυμία για κατανόηση.
Στην Καμπαλά, αυτή η διαδικασία ονομάζεται διόρθωση ή αποκατάσταση της ψυχής.
Στην ανώτερη φάση της πνευματικής εξέλιξης, η διάκριση μεταξύ Θέλησης και Επιθυμίας παύει να είναι αντίθεση. Η επιθυμία γίνεται όχημα της θέλησης, και η θέληση δίνει μορφή στην επιθυμία.
Αυτό είναι το μυστήριο της ένωσης των αντιθέτων, γνωστό στον Ερμητισμό ως coniunctio oppositorum. Εκεί, ο άνθρωπος δεν είναι πλέον διχασμένος, αλλά ολοκληρωμένος.
Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε καθαρά θείο ον ούτε απλώς ζώο, είναι ένα ενδιάμεσο ον με τη δυνατότητα επιλογής. Η επιθυμία τον τραβά προς τα κάτω, η θέληση τον ανυψώνει. Όμως η αληθινή σοφία δεν βρίσκεται στην απόρριψη της μίας υπέρ της άλλης, αλλά στη συνειδητή τους ένωση.
Η γνώση φωτίζει τον δρόμο. Η θέληση τον βαδίζει. Και η επιθυμία, εξαγνισμένη, γίνεται το καύσιμο της μεταμόρφωσης.
Τότε ο άνθρωπος παύει να είναι δημιούργημα των δυνάμεων και γίνεται ο ίδιος δημιουργός. Ένας φορέας φωτός μέσα στον κόσμο της μορφής.
Μιχάλης Γρηγορίου