«Το μόνο φως που έχω είναι η συνείδησή μου…» γράφει ο Carl Jung, και μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται μια ολόκληρη μεταφυσική κοσμοθεωρία. Το φως δεν παρουσιάζεται ως κάτι εξωτερικό, θεόσταλτο ή αντικειμενικά δεδομένο, αλλά ως εσωτερική φλόγα, εύθραυστη, περιορισμένη, και ταυτόχρονα απολύτως αναντικατάστατη.
Η συνείδηση, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι απλώς μια ψυχολογική λειτουργία, είναι η ίδια η φλόγα της ύπαρξης. Όπως στην αρχαία φιλοσοφία του Ηρακλείτου, όπου «τὰ πάντα ῥεῖ» και το πυρ αποτελεί την πρωταρχική αρχή, έτσι και εδώ το φως της συνείδησης είναι η μόνη σταθερά μέσα σε έναν κόσμο αέναης μεταβολής και σκοτεινών δυνάμεων. Το σκοτάδι δεν είναι απουσία φωτός, αλλά μια ενεργή, δυναμική πραγματικότητα. Η «σκιά» του Jung, το ασυνείδητο, το αχαρτογράφητο πεδίο του εαυτού.
Στην Εσωτερική Παράδοση της Καμπαλά, το φως αυτό θυμίζει το Or Ein Sof, το άπειρο φως που εκπορεύεται από το Άγνωστο. Όμως ο άνθρωπος δεν έχει πρόσβαση στην πληρότητα αυτού του φωτός, μόνο σε θραύσματα, σε «σπινθήρες» που έχουν εγκλωβιστεί μέσα στην ύλη. Η ανθρώπινη συνείδηση, τότε, γίνεται το δοχείο, που καλείται να συγκρατήσει και να ανασυνθέσει αυτό το θείο φως. Παρά τη μικρότητά της, φέρει μέσα της την αντανάκλαση του απείρου.
Η Αλχημία, από την άλλη, περιγράφει μια παρόμοια διαδικασία με διαφορετική γλώσσα. Το «nigredo», το στάδιο της μαύρης σήψης, αντιστοιχεί στο σκοτάδι που περιβάλλει το μικρό φως της συνείδησης. Μέσα από τη σύγκρουση με τη σκιά, ο αλχημιστής, ή ο εσωτερικός άνθρωπος, οδηγείται στο «albedo» και τελικά στο «rubedo», την ολοκλήρωση. Το φως δεν είναι δεδομένο, κατακτάται μέσα από την εσωτερική εργασία. «Visita Interiora Terrae Rectificando Invenies Occultum Lapidem», (επισκέψου το εσωτερικό της γης, και καθαρίζοντας θα βρεις τον κρυφό λίθο).
Στον Ερμητισμό, η περίφημη αρχή «ὅπως ἄνω, οὕτως κάτω» υποδηλώνει ότι το μικρό φως της συνείδησης αντανακλά ένα κοσμικό φως. Παρά τη φαινομενική του ασημαντότητα, είναι μικρογραφία του σύμπαντος. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι ένας μικρόκοσμος, όπου το φως και το σκοτάδι συγκρούονται και συνυπάρχουν. Το φως της συνείδησης δεν εξαλείφει το σκοτάδι, το αποκαλύπτει.
Η Θεουργία προχωρά ακόμη βαθύτερα. Δεν αρκείται στη γνώση του φωτός, αλλά επιδιώκει την ένωση μαζί του. Ο Ιάμβλιχος έγραφε ότι η ψυχή, μέσω ιερών πράξεων και εσωτερικής ανύψωσης, μπορεί να «θυμηθεί» την θεϊκή της φύση. Το μικρό φως της συνείδησης είναι τότε μια πύλη, ένα κάλεσμα προς την επιστροφή στο αρχέγονο φως. Όμως αυτή η πορεία δεν είναι εύκολη, απαιτεί θυσία, πειθαρχία και βαθιά εσωτερική κάθαρση.
Στον Αποκρυφισμό και την Εσωτερική Παράδοση γενικότερα, το φως αυτό συχνά περιγράφεται ως «εσωτερική λυχνία» ή «άσβεστη φλόγα». Είναι το μόνο αξιόπιστο μέσο προσανατολισμού σε έναν κόσμο ψευδαισθήσεων. Ο Πλωτίνος μιλούσε για την «επιστροφή προς το Ένα», μια εσωτερική ανάβαση όπου η ψυχή απομακρύνεται από τα εξωτερικά είδωλα και στρέφεται προς το εσωτερικό της φως.
Και όμως, το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της φράσης του Jung είναι η ταπεινότητα: «άπειρα μικρό σε σύγκριση με τις δυνάμεις του σκότους». Το φως δεν παρουσιάζεται ως θριαμβευτικό ή πανίσχυρο. Είναι εύθραυστο, σχεδόν αδύναμο. Αλλά εδώ βρίσκεται το παράδοξο, η αξία του δεν έγκειται στο μέγεθός του, αλλά στην ύπαρξή του. Ακόμη και το πιο μικρό φως αρκεί για να διαρρήξει την απόλυτη κυριαρχία του σκοταδιού.
Τελικά, το φως της συνείδησης είναι το μόνο πραγματικό μας όπλο και ταυτόχρονα η μόνη μας ευθύνη. Δεν μπορούμε να βασιστούμε σε εξωτερικές βεβαιότητες ή απόλυτες αλήθειες. Το φως αυτό πρέπει να καλλιεργηθεί, να προστατευθεί και να ενισχυθεί. Είναι ο εσωτερικός μας προσανατολισμός, το μοναδικό σημείο αναφοράς μέσα στο χάος.
Και ίσως, όπως υπαινίσσεται ο Jung, αυτό να είναι αρκετό. Όχι για να εξαφανίσει το σκοτάδι, αλλά για να μας επιτρέψει να το διασχίσουμε.
Μιχάλης Γρηγορίου