Η Φύση της Σκέψης 

Mπορούμε να ερευνήσουμε την ιδιοσυστασία της σκέψης από δύο απόψεις:

1) από την άποψη της συνείδησης, που συνιστά τη γνώση.

2) από την άποψη της μορφής που με αυτή αποκτούμε τη γνώση που με την τάση της σε μετατροπές, επιτρέπει την απόκτηση γνώσεων.

 

Αυτό το ενδεχόμενο οδήγησε τη φιλοσοφία σε δύο υπερβολές που και τις δύο πρέπει να προσπερνούμε, αφού η καθεμία αδιαφορεί για μια πλευρά της ζωής που εκφράζεται.

 

Το ένα άκρο θεωρεί τα πάντα ως συνείδηση, και περιφρονεί την ουσιώδη πλευρά της μορφής σαν εκείνο που στηρίζει τη συνείδηση, κάνοντάς τη ισχυρή.

 

Το άλλο άκρο δέχεται το καθετί ως μορφή, παραβλέποντας ότι η μορφή είναι σε θέση να υπάρξει μονάχα μέσα από το σθένος της ζωής η οποία την εγκαρδιώνει.

 

Η μορφή και η ζήση,

η σάρκα και ο νους,

ο φορέας και η συναίσθηση,

είναι αναπόσπαστα στην έκφανση, και αποτελούν τις αξεχώριστες μορφές Εκείνου στο οποίο περιέχονται και τα δύο, Εκείνου το οποίο δεν αποτελεί τη συνείδηση ούτε τον φορέα της, αλλά τη Ρίζα και των δύο.

 

Εκείνη η φιλοσοφία που επιχειρεί να ερμηνεύσει το καθετί με τις μορφές, μέλλει να βρεθεί αντιμέτωπη με προβλήματα που αδυνατεί τελείως να λύσει.

 

Και μια παρόμοια φιλοσοφία η οποία επιχειρεί να ερμηνεύσει το καθετί με τη ζωή, παραμερίζοντας τα μορφικά στοιχεία, πρόκειται να βρεθεί μπροστά σε κλειστούς τοίχους που δεν μπορεί να υπερπηδήσει.

 

Εδώ, η τελευταία λέξη είναι ότι η συνείδηση και οι φορείς της, η ζωή και το μορφικό στοιχείο, ο νους και η ύλη, είναι δύο πρόσκαιρες εκδηλώσεις των δύο μορφών της μία άπειρης Ύπαρξης η οποία γίνεται γνωστή μονάχα όταν φανερώνεται ως Ριζικό-Πνεύμα.

 

Πρόκειται για το θεωρητικό Ον, τον Αφηρημένο Λόγο, από όπου ξεκινά κάθε Ατομικός Εαυτός και ως Ριζική-Ουσία (Μουλαπρακρίτι) από την οποία προκύπτουν όλες οι μορφές.

 

Όποτε γίνεται μια εκδήλωση, αυτός ο Ριζικός-Νους γεννάει μία τριπλή συνείδηση και αυτή η Ριζική-Ύλη γεννάει μια τριπλή ύλη. Από κάτω βρίσκεται η Πραγματικότητα που παραμένει πάντα άδηλη για την εξαρτημένη συνείδηση. Όμοια με τον ανθό που δεν βλέπει τη ρίζα από την οποία βλασταίνει, παρόλο που όλη του η ζωή απορρέει από αυτή τη ρίζα και που δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αυτή.

 

Ο Εαυτός ως Ειδήμονας έχει μέσα του τον αντικατοπτρισμό του Μη Εαυτού ως διακριτική λειτουργία. Όμοια με μια εύθραυστη φωτογραφική πλάκα που δέχεται τις φωτεινές ακτίνες που αντανακλώνται από τα αντικείμενα, και αυτές οι ακτίνες επιφέρουν μεταβολές πάνω στο υλικό όπου πέφτουν, για να μπορούν να ληφθούν οι εικόνες των αντικειμένων, έτσι ακριβώς γίνεται και με τον Εαυτό αναφορικά με τη μορφή της γνώσης απέναντι σε καθετί εξωτερικό.

 

Ο φορέας του αποτελεί μία σφαίρα που πάνω της ο Εαυτός λαβαίνει από τον Μη Εαυτό της ακτίνες ενός Εαυτού που καθρεφτίζονται, και που υποχρεώνουν να παρουσιαστούν στην επιφάνεια αυτής της σφαίρας φάσεις που αποτελούν αντανακλάσεις εκείνων που δεν είναι αυτός ο ίδιος.

 

Ο Γνώστης, στις αρχικές φάσεις της συνείδησής του, δεν έχει γνώση για τα πράγματα καθ’ αυτά. Ξέρει μονάχα τις φάσεις που δημιουργούνται στον φορέα του από την ενέργεια του Μη Εαυτού πάνω στο ανταποκριτικό του περικάλυμμα, τις φωτογραφίες του εξωτερικού σύμπαντος.

 

Αυτός είναι ο λόγος που το Πνεύμα, ο φορέας του Εαυτού ως Γνώση, έχει συγκριθεί με ένα καθρέφτη στον οποίο αντανακλώνται οι φάσεις όλων των αντικειμένων που είναι εκτεθειμένα μπροστά του. Μέσα στη συνείδησή μας δεν έχουμε γνώση των πραγμάτων καθ’ αυτών, αλλά μονάχα της έκβασης που προκύπτει από αυτά.

 

Ας παρομοιάσουμε το πνεύμα με ένα καθρέφτη: όπως αυτός φαίνεται να έχει μέσα του τα αντικείμενα, μα εκείνα τα έκδηλα αντικείμενα δεν είναι παρά μονάχα απεικονίσεις, οφθαλμαπάτες που γεννιούνται από τις φωτεινές αχτίδες οι οποίες καθρεφτίζονται από τα αντικείμενα και όχι τα αντικείμενα καθ’ αυτά, έτσι και το πνεύμα στη γνώση του εσωτερικού κόσμου γνωρίζει απλά και μόνο τις απατηλές εικόνες και όχι τα πράγματα καθ’ αυτά.

 

Αυτές οι εικόνες που σχηματίζονται στον φορέα, γίνονται αισθητές από τον Γνώστη ως αντικείμενα και αυτή η αίσθηση συνίσταται στην αναδημιουργία τους μέσα του.

 

Τώρα γίνεται φανερό ότι η σύγκριση του καθρέφτη καθώς και η χρήση της λέξης “αντικατοπτρισμός” στην προηγούμενη παράγραφο είναι λίγο παραπλανητικά, επειδή η νοητική φάση είναι μία αναδημιουργία και όχι ένας αντικατοπτρισμός του αντικειμένου που την επιφέρει.

 

Ουσιαστικά, το περιεχόμενο του Πνεύματος αποκτά την όψη της μορφής του αντικειμένου το οποίο του φανερώνεται και αυτή η μορφή από την πλευρά της αναδημιουργείται από τον Γνώστη.

 

Με αυτό τον τρόπο, όταν διαμορφώνει τον εαυτό του ανάλογα με τη μορφή ενός εξωτερικού αντικειμένου, πιθανολογείται ότι γνωρίζει αυτό το αντικείμενο. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, εκείνο που γνωρίζει δεν είναι παρά η εικόνα που δημιουργείται στον φορέα του από το αντικείμενο και όχι το αντικείμενο καθαυτό. Και αυτή η εικόνα είναι μόνο μια αναδημιουργία του αντικειμένου.

 

Ίσως, όμως, θα διερωτηθεί κανείς:

“Αυτό θα ισχύει παντοτινά;

Και δεν θα αποκτήσουμε ποτέ τη γνώση των ίδιων των πραγμάτων;”

 

Αυτό μας οδηγεί στη βασική διάκριση ανάμεσα στη συνείδηση και την ύλη στην οποία λειτουργεί η συνείδηση, και έτσι έχουμε τη δυνατότητα να δώσουμε μια απάντηση σ’ αυτή την απλή ερώτηση του ανθρώπινου πνεύματος. Όταν, μέσα από μία μακροχρόνια ανάπτυξη, η συνείδηση έχει εξελίξει τη δυνατότητά της να αναδημιουργήσει μέσα της όλα όσα υπάρχουν έξω απ’ αυτή, τότε το περικάλυμμα του περιεχομένου μέσα στο οποίο λειτουργούσε ως τότε, πέφτει και η συνείδηση που σημαίνει Γνώση ταυτίζεται με κάθε Εαυτό που ανάμεσά του εξελισσόταν. Και τότε, στον Μη Εαυτό αντικρίζει μονάχα την ύλη που προσαρτάται παρόμοια με τον καθένα από τους Εαυτούς ξεχωριστά.

 

Πρόκειται για την “Ημέρα έσω μεθ’ ημών”, για την σύνδεση που αποτελεί τον θρίαμβο της εξέλιξης, τότε που η συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της και μαθαίνει τους άλλους σαν τον εαυτό της. Μέσα από τη συμφωνία της φύσης κερδίζεται η Απόλυτη Γνώση και ο Εαυτός κατανοεί εκείνη τη θαυμαστή κατάσταση κατά την οποία δεν αποστερείται κανείς την ταυτότητα και δεν χάνει το μνημονικό, αλλά όπου η χωριστικότητα φτάνει σ’ ένα τέλος και τότε ο Γνώστης, το αντικείμενο της Γνώσης και η Γνώση καθ’ αυτή γίνονται Ένα.

 

Μιχάλης Γρηγορίου