Αρκετοί άνθρωποι, θα ήθελαν να μπορούσαν να μεταβιβάσουν τους συλλογισμούς τους, επικοινωνώντας με κάποιον φίλο, που βρίσκεται μακριά, χωρίς τη βοήθεια της τεχνολογίας.
Φαίνεται ότι πολλά άτομα θεωρούν εύκολο αυτό το έργο μα, προς μεγάλη τους έκπληξη, αντιμετωπίζουν παντελή αποτυχία στις προσπάθειές τους. Είναι, ωστόσο, εμφανές ότι προτού κατορθώσουμε να μεταβιβάσουμε ένα συλλογισμό, θα πρέπει να μπορούμε να σκεφτόμαστε επιβάλλεται κάποια δύναμη αταλάντευτης σκέψης, για να διαβιβαστεί ένα ρεύμα σκέψης μέσα στον χώρο. Η πλειοψηφία των ανθρώπων κάνουν υποτονικές, αιωρούμενες σκέψεις που προξενούν μικρούς τρεμάμενους παλμούς στην ατμόσφαιρα του λογισμού. Αυτές οι σκέψεις παρουσιάζονται και χάνονται από στιγμή σε στιγμή, δεν σχηματίζουν συγκεκριμένη μορφή και διαθέτουν πολύ μικρή ζωντάνια.
Η σκεπτομορφή πρέπει να είναι καθαρά διαμορφωμένη και ισχυρά εμψυχωμένη, αν πρόκειται να στραφεί σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Εξάλλου, πρέπει να είναι πολύ δυνατή όταν θα φτάσει στην αποστολή της, για να σχηματίσει εκεί μια αναδημιουργία του εαυτού της.
Ανάμεσα στα δύο συστήματα μεταβίβασης σκέψης που υπάρχουν το ένα μπορεί να χαρακτηριστεί φυσικό, ενώ το άλλο ψυχικό.
Το ένα ανάγεται στον εγκέφαλο και στη νόηση, ενώ το άλλο ανάγεται μονάχα στο νου.
Κάποια σκέψη μπορεί να δημιουργηθεί από τη συνείδηση, να επιφέρει παλμούς στο νοητικό σώμα κι έπειτα στο αστρικό σώμα, και ακόμη, να σχηματίσει κύματα στα αιθερικά και κατόπιν στα συμπαγή μέρη του. Από αυτό τον δεκτικό εγκέφαλο προκαλούνται παλμοί στο αστρικό και κατόπιν στο νοητικό σώμα που είναι προσκολλημένο σ’ αυτόν, ενώ οι παλμοί του νοητικού σώματος προκαλούν το ανταποκριτικό ρίγος στη συνείδηση. Αυτά είναι τα πολλά στάδια του τόξου που διασχίζει κάποια σκέψη. Όμως, αυτή η διέλευση μιας “παρακαμπτήριου” δεν είναι επιβεβλημένη.
Όταν η συνείδηση προξενεί παλμούς στο νοητικό σώμα, μπορεί να τους κατευθύνει απευθείας στο νοητικό σώμα της συλλαμβάνουσας συνείδησης, κι έτσι να παρακάμψει τον κύκλο που περιγράψαμε πιο πάνω.
Ας εξετάσουμε τι γίνεται στο πρώτο ενδεχόμενο: μέσα στον εγκέφαλο βρίσκεται ένα μικρό όργανο, ο αδένας της επίφυσης, του οποίου τη λειτουργία αγνοούν οι δυτικοί φυσιολόγοι και με τον οποίο οι δυτικοί ψυχολόγοι δεν καταπιάνονται καθόλου. Είναι ένα ασθενικό όργανο για την πλειοψηφία των ανθρώπων που όμως, δεν εκφυλίζεται αλλά επεκτείνεται και μπορεί η ανάπτυξή του να επιταχυνθεί σε μια κατάσταση όπου θα μπορεί να εκπληρώνει την κατάλληλη λειτουργία του η οποία μελλοντικά θα αποκατασταθεί απόλυτα.
Πρόκειται για το εργαλείο μεταβίβασης της σκέψης, όμοια με το μάτι που είναι το εργαλείο της όρασης και με το αυτί που είναι το όργανο της ακοής. Αν σκεφτούμε πολύ εντατικά πάνω σε μια ιδέα, με αφοσίωση και συνεχή προσοχή, θα αισθανθούμε ένα ελαφρό ρίγος ή μία ανατριχίλα στον αδένα της επίφυσης. Αυτό μπορεί να συγκριθεί με το σύρσιμο που κάνει ένα μυρμήγκι. Η ανατριχίλα συμβαίνει στον αιθέρα που διαβρέχει τον αδένα και προξενεί ένα ανάλαφρο μαγνητικό ρεύμα.
Αυτό το ρεύμα επιφέρει μία αίσθηση ρίγους στα πυκνά μόρια του αδένα. Αν η σκέψη είναι τόσο έντονη ώστε να σχηματίσει το ρεύμα, τότε ο στοχαστής ξέρει ότι έχει κατορθώσει να προχωρήσει τη σκέψη του σε κάτι λειτουργικό και τόσο ισχυρό που την καθιστά επαρκή για τη μεταβίβαση. Ο παλμός στον αιθέρα του αδένα της επίφυσης προκαλεί στον περιβάλλοντα αιθέρα κύματα σαν εκείνα του φωτός. Αλλά αυτά εδώ είναι πολύ μικρότερα και γρηγορότερα. Τα κυματίσματα αυτά κινούνται προς κάθε κατεύθυνση, ενεργοποιώντας τον αιθέρα και αυτά τα αιθερικά κύματα δημιουργούν, από την πλευρά τους, κυματισμούς στον αιθέρα της επίφυσης ενός άλλου εγκέφαλου, από τον οποίο μεταβιβάζονται στο αστρικό και νοητικό σώμα με ομαλή αλληλουχία, φτάνοντας έτσι στη συνείδηση. Αν ο δεύτερος αδένας της επίφυσης δεν έχει την ικανότητα να αναδημιουργήσει τα κυματίσματα, τότε η σκέψη θα είναι σχεδόν ανεπαίσθητη, και δεν θα κάνει μεγαλύτερη εντύπωση από αυτή που κάνουν τα κύματα του φωτός στα μάτια ενός τυφλού.
Στο δεύτερο σύστημα μεταβίβασης της σκέψης, ο στοχαστής, έχοντας διαμορφώσει μια σκεπτομορφή στον δικό του τομέα, αποφεύγει να τη στείλει κάτω στον εγκέφαλο, αλλά τη στρέφει αμέσως σε ένα άλλο στοχαστή πάνω στο νοητικό πεδίο. Αν έχει τη δύναμη να κάνει κάτι τέτοιο εσκεμμένα, αυτό σημαίνει ότι διαθέτει μια πολύ ανώτερη νοητική εξέλιξη από όσο η φυσική μέθοδος μεταβίβασης της σκέψης. Γιατί εκείνος που εκπέμπει πρέπει να έχει αυτογνωσία στο νοητικό τομέα, για να ασκήσει με επίγνωση αυτή την ενέργεια. Όμως, αυτή την ικανότητα την ασκούμε διαρκώς όλοι μας, με έμμεσο και ασυνείδητο τρόπο, επειδή όλοι οι στοχασμοί μας επιφέρουν παλμούς στο νοητικό σώμα.
Κι αυτοί οι παλμοί πρέπει, από τη φύση των πραγμάτων, να μεταβιβαστούν μέσα από το περιβάλλον νοητικό υλικό. Δεν χρειάζεται, δε, να περιορίζουμε τον όρο “μεταβίβαση σκέψης” στις συνειδητές και σκόπιμες μεταβιβάσεις μια καθορισμένης σκέψης από το ένα άτομο στο άλλο.
Όλοι οι άνθρωποι ασκούμε διαρκή επιρροή ο ένας στον άλλο μέσα από αυτά τα κύματα σκέψης που εκπέμπονται δίχως συγκεκριμένη πρόθεση, ενώ αυτό που αποκαλούμε κοινή γνώμη σχηματίζεται κατά πολύ με αυτό τον τρόπο.
Ο πιο πολύς κόσμος στοχάζεται πάνω σε ορισμένες γραμμές, όχι γιατί έχει σκεφτεί βαθιά πάνω σε ένα ζήτημα κι έτσι, κατέληξε σε ένα συμπέρασμα, αλλά επειδή πολλά άτομα σκέφτονται πάνω σ’ αυτές τις γραμμές, συμπαρασύροντας άλλους μαζί τους.
Ο δυνατός στοχασμός κάποιου μεγάλου στοχαστή προβάλλει στον κόσμο της σκέψης και συλλαμβάνεται από δεκτικές και ανταποκριτικές ιδιοφυίες. Αυτές αναδημιουργούν τους παλμούς του, ενισχύοντας έτσι το κύμα σκέψης και επηρεάζοντας άλλους που είχαν παραμείνει άπρακτοι στους αρχικούς κυματισμούς.
Τώρα, αυτοί καθώς ανταποκρίνονται πάλι, προσθέτουν δύναμη στα κύματα και καθίστανται έτσι ακόμη πιο δυνατά, ασκώντας επιρροή σε πλατιές ανθρώπινες μάζες.
Αφού διαμορφωθεί η κοινή γνώμη, επηρεάζει κυριαρχικά την αντίληψη της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων, επενεργώντας αδιάκοπα σε κάθε εγκέφαλο και εγείροντας πάνω τους ανταποκριτικά κυματίσματα.
Για κάθε άνθρωπο, το απόλυτα ρεαλιστικό ερώτημα που προκύπτει μέσα από τη γνώση αυτής της αδιάκοπης και καθολικής μεταβίβασης της σκέψης, είναι το ακόλουθο: πόση ωφέλεια μπορώ να αποκτήσω και πόση ζημία μπορώ να γλιτώσω, αφού είμαι υποχρεωμένος να ζω μέσα σε ένα ανάμεικτο περιβάλλον στο οποίο τόσο τα καλά όσο και τα βλαβερά κύματα της σκέψης επιδρούν ασταμάτητα και ενεργούν στον εγκέφαλό μου;
Πώς θα μπορούσα να αποφύγω την επιζήμια μεταβίβαση του συλλογισμού και πώς θα μπορούσα να ευεργετηθώ από τις ωφέλιμες σκέψεις;
Σ’ αυτό το σημείο είναι σπουδαία η γνώση της μεθόδου με την οποία κινείται η δυνατότητα εκλογής. Κάθε άτομο ξεχωριστά καθορίζει πιο στέρεα το δικό του νοητικό σώμα.
Τα άλλα άτομα το επηρεάζουν συγκυριακά, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος επηρεάζει αδιάκοπα το νοητικό του σώμα. Όταν ακούει κάποιο δάσκαλο, όταν διαβάζει το βιβλίο ενός συγγραφέα, το νοητικό του σώμα καθορίζεται. Όμως, αυτά είναι μονάχα απλά επεισόδια στη ζωή του, ενώ αυτός είναι ένας αμετάβλητος παράγοντας.
Η δική του επίδραση πάνω στη σύσταση του νοητικού σώματος είναι πολύ δυνατότερη από οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, ενώ ο ίδιος διαπλάθει την κανονική παλμική συχνότητα του μυαλού του.
Οι λογισμοί που δεν συντονίζονται με αυτή τη συχνότητα, υποσκελίζονται όταν αγγίζουν το μυαλό του.
Αν το άτομο στοχάζεται την αλήθεια, δεν μπορεί να βάλει το ψέμα μέσα στο μυαλό του.
Εκείνος που έχει στο νου του την αγάπη, δεν μπορεί να ταράξει την ψυχή του με το μίσος.
Αν κάποιος σκέφτεται τη γνώση, η αμάθεια δεν μπορεί με τον συντρίψει. Μονάχα εδώ βρίσκεται η σιγουριά, η αληθινή πυγμή.
Οφείλουμε να μην αφήνουμε το νου να δρανεί σαν ακαλλιέργητος επειδή έτσι, θα μπορούσε να θεμελιωθεί και να επεκταθεί κάθε σπόρος σχέψης.
Οφείλουμε να μην τον αφήνουμε να πάλλεται όπως του αρέσει, γιατί έτσι θα ανταποκρίνεται σε όλους τους παροδικούς παλμούς.
Εδώ έγκειται το θετικό μάθημα: Εκείνος που το ακολουθήσει σύντομα θα ανακαλύψει τη σπουδαιότητά του και θα διαπιστώσει ότι, μέσα από το συλλογισμό, η ζωή μπορεί να γίνει ανώτερη και πιο ευτυχισμένη και ότι είναι γεγονός πως με τη γνώση μπορούμε να βάλουμε ένα τέλος στον πόνο.
Η σκέψη είναι η μόνη η οποία μπορεί
να ταξιδέψει τον χώρο στον χρόνο
και να εγκλωβίσει τον χρόνο στον χώρο.
Μιχάλης Γρηγορίου