Στην εποχή της ύλης και της σύγχυσης, το κάλεσμα του ανθρώπου προς το Θείο δεν είναι πια φωνή θρησκευτική, αλλά κραυγή εσωτερικής ανάγκης. Το ποίημα «Divinity For A Better Humanity» μάς υπενθυμίζει ότι ο δρόμος προς την τελείωση δεν βρίσκεται σε εξωτερικούς θεσμούς ή ιδεολογίες, αλλά μέσα στην καρδιά που αφυπνίζεται. «Ας γίνουμε η ημέρα όπου υπάρχει νύχτα», λέει· και αυτή η φράση είναι ένας σύγχρονος ύμνος στη θεουργία, την ιερή τέχνη του να συνεργάζεσαι με το Θείο για τη μεταμόρφωση της Ύπαρξης.
Η Θεουργία διδάσκει πως ο άνθρωπος δεν είναι απλός παρατηρητής του κόσμου, αλλά συνδημιουργός. Ο Πλωτίνος και ο Ιάμβλιχος μιλούσαν για την ένωση της ψυχής με το Ένα μέσω της ενάργειας, της καθαρτικής πράξης και της ενθύμησης του Θείου Εαυτού. Όταν, λοιπόν, ο ποιητής μάς καλεί να «είμαστε απάντηση στην προσευχή κάποιου άλλου», ουσιαστικά μας προτρέπει να γίνουμε ενεργοί αγωγοί της θείας βούλησης, να επιτρέψουμε στο Φως να εκφραστεί μέσω μας.
Η Αλχημία, από την πλευρά της, βλέπει τον ίδιο δρόμο μέσα από τη μεταφορά της Μεγάλης Έργασίας (Magnum Opus). Ο μόλυβδος της ανθρώπινης φύσης πρέπει να μετατραπεί σε χρυσό, όχι τον υλικό, αλλά τον εσωτερικό χρυσό της συνείδησης. Η διαδικασία αυτή περνά από τη «μαύρη νύχτα της ψυχής» (nigredo), την κάθαρση (albedo), και την ενοποίηση του πνεύματος με την ύλη (rubedo). Όταν ο ποιητής γράφει «ας ανάψουμε το φως μέσα μας», απηχεί την τελευταία φάση της αλχημικής μεταστοιχείωσης: την αναγέννηση του πνεύματος, όπου το ανθρώπινο και το θεϊκό συγχωνεύονται σε μία ουσία.
Στην Καμπάλα, ο άνθρωπος θεωρείται μικρόκοσμος του Θεού, φορέας των Σφιρώθ, των εκδηλώσεων του Θείου Φωτός. Να «βλέπουμε τον εαυτό μας στους άλλους», όπως μας καλεί το ποίημα, σημαίνει να αναγνωρίζουμε ότι κάθε ύπαρξη φέρει τη σπίθα της Σεφίρας του Τιφερέτ, την ομορφιά της εσωτερικής ενότητας. Η αποκατάσταση της Αρμονίας, συντελείται όταν ο καθένας μας εργάζεται για τη συμφιλίωση των αντιθέτων μέσα του, ώστε το Δέντρο της Ζωής να ανθίσει και πάλι.
Ο Ερμητισμός συνοψίζει όλα τα παραπάνω με τη φράση «ὡς ἄνω, οὕτως κάτω». Η εσωτερική μας ισορροπία αντανακλάται στον κόσμο και αντιστρόφως. Έτσι, η ποίηση δεν είναι απλή διακόσμηση της ψυχής, αλλά πράξη δημιουργίας κοσμικής. Όταν ο άνθρωπος επιλέγει να είναι φορέας φωτός μέσα στην ανθρώπινη σκοτεινιά, ολόκληρη η φύση αντιδρά, ευθυγραμμίζεται, και το σύμπαν γίνεται σύμμαχός του, «ο Φύλακας και η Δύναμή μας», όπως όμορφα ειπώθηκε.
Στην παράδοση του Αποκρυφισμού, το σύμπαν δεν είναι μια παγωμένη μηχανή, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός γεμάτος συνείδηση. Οι πράξεις μας, οι σκέψεις μας και οι προθέσεις μας διαμορφώνουν τις δονήσεις του. Το να «μένουμε πιστοί στην αποστολή και το όραμά μας» σημαίνει να βαδίζουμε στην Ατραπό του Νόμου της Ανταπόκρισης, γνωρίζοντας ότι κάθε πράξη καλοσύνης, κάθε πράξη αλήθειας, είναι μαγική πράξη, μια πράξη Θεουργίας.
Η Νέα Ανθρωπότητα που οραματίζεται το έργο The New World δεν είναι μια πολιτική ουτοπία, αλλά μια εσωτερική αναγέννηση. Όταν «η Θέληση είναι Σφραγισμένη», δηλαδή όταν ο άνθρωπος έχει αφιερώσει τον εαυτό του στο Θείο Έργο, τότε «ο Δρόμος είναι Βέβαιος». Το σύμπαν συνωμοτεί υπέρ εκείνων που εργάζονται για το Φως, γιατί μέσα από αυτούς συνεχίζει η Δημιουργία το έργο της.
Η ανθρωπινότητα, λοιπόν, είναι η αληθινή θεουργία: η μετουσίωση του ανθρώπου σε θεϊκό όργανο, όχι μέσω απομάκρυνσης από τον κόσμο, αλλά μέσω αγάπης, πράξης και εσωτερικής ενότητας. Ο δρόμος αυτός είναι αρχαίος όσο και αιώνια νέος, ο δρόμος της καρδιάς που φωτίζεται, εργάζεται και προσφέρει.
Όπως θα έλεγε ο Ερμής ο Τρισμέγιστος:
«Αυτός που γνωρίζει τον Εαυτό του, γνωρίζει το Παν.»
Και τότε, πράγματι, η ανθρωπότητα γίνεται καλύτερη, γιατί κάθε άνθρωπος έχει γίνει Θεός εν δράσει.
Μιχάλης Γρηγορίου