Η σύγχυση της συνείδησης και η αναζήτηση του ουσιαστικού

Ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει να έχει υποθηκεύσει την αυθεντική του σοφία για χάρη μιας τεχνητής ευφυΐας, ικανής να λύνει προβλήματα μεγάλης πολυπλοκότητας αλλά αδύναμης να απαντήσει στα απλούστερα ερωτήματα της ύπαρξης:

Πώς να είναι κανείς ειρηνικός;

Πώς να μοιράζεται χωρίς προσκόλληση;

Πώς να καλλιεργεί σωστές και αληθινές σχέσεις;

Αυτή η παράξενη δυσαναλογία ανάμεσα στην υπερανάπτυξη του νου και την ατροφία της καρδιάς οδηγεί σε σύγχυση, μια σύγχυση προσωπική και συλλογική, που διαχέεται σε κάθε πεδίο του κοινωνικού ιστού.

Ο Πλάτων παρατηρεί στον Φαίδρο ότι η ψυχή, όταν απομακρύνεται από την αλήθεια, περιπλανάται σαν άλογο που δεν έχει σταθερό ηνίο. Ο άνθρωπος σήμερα βιώνει αυτή ακριβώς την περιπλάνηση, μια εσωτερική αστάθεια που τον κάνει να βρίσκει νόημα σε φευγαλέες εικόνες και όχι στον πυρήνα του είναι. Η ψυχή, λέει ο Πλωτίνος, πρέπει να «στραφεί προς τα μέσα», γιατί εκεί βρίσκεται το μόνο φως που δεν αλλοιώνεται από τις εξωτερικές μορφές.

Η εσωτερική σύγχυση που καθρεφτίζεται στην κοινωνική αταξία δεν είναι νέο φαινόμενο. Στα ερμητικά κείμενα, ο Ερμής ο Τρισμέγιστος επισημαίνει ότι «όπως είναι το μέσα, έτσι είναι και το έξω». Αν η συλλογική πραγματικότητα μοιάζει σκιώδης και αντιφατική, είναι επειδή οι ατομικές συνειδήσεις δεν έχουν βρει ακόμη την όρθια στάση τους. Η Καμπάλα περιγράφει τον κόσμο ως μια αδιάκοπη διαδικασία διόρθωσης, όπου κάθε ψυχή καλείται να αποκαταστήσει την εσωτερική της αρμονία ώστε να καθαρίσει και μέρος του κόσμου.

Οι αλχημιστές μιλούσαν για το Opus Magnum, το Μεγάλο Έργο, όχι ως χημική πράξη αλλά ως εσωτερική μεταστοιχείωση, τη μετατροπή του «ακάθαρτου μολύβδου» της σύγχυσης στο «χρυσάφι» της επίγνωσης. Ο Ζοάνες της Ρενέσας γράφει ότι η αληθινή Αλχημία είναι «η φλόγα που καθαρίζει την καρδιά και όχι το καμίνι που καθαρίζει τα μέταλλα». Η Θεουργία, από την άλλη, υποστηρίζει ότι η ανύψωση της ψυχής δεν είναι μόνο στοχασμός, αλλά ενεργητική ανάκληση του θείου μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση, μια επιστροφή στην πηγή, που καλλιεργεί την ευγένεια, την καλοσύνη και την αθωότητα ως φυσικές καταστάσεις, όχι ως επιτηδευμένες αρετές.

Η Θεοσοφία επαναλαμβάνει ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια συνεχή εξελικτική διεργασία, στην οποία ο σκοπός δεν είναι η εξωτερική τεχνολογική πρόοδος αλλά η ανάπτυξη μιας βαθύτερης ενόρασης. Χωρίς αυτήν, λέει η Μπλαβάτσκι, «ο άνθρωπος μοιάζει με έναν μαθητευόμενο μάγο που κρατάει ισχυρές δυνάμεις χωρίς να γνωρίζει πώς να τις κατευθύνει».

Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν παραμένει:

Πόσο από όσα βλέπουμε γύρω μας είναι πραγματικά σημαντικό;

Πόσο από αυτό που θεωρούμε αλλαγή, πρόοδο ή κρίση αποτελεί απλώς φαινομενικό θόρυβο;

Ο νους, όταν αποσπάται από την ουσία, γίνεται όπως τον περιγράφει ο Ηράκλειτος: «πλημμυρισμένος από πράγματα που δεν κατανοεί, ξεχνάει την κοινή λογική». Η σύγχυση προκύπτει όταν οι άνθρωποι αποδίδουν νόημα σε ό,τι δεν έχει νόημα και αγνοούν τα σημεία που πραγματικά μιλούν στην ψυχή.

Το κάλεσμα προς βαθύτερο στοχασμό δεν είναι φυγή από τον κόσμο αλλά επιστροφή στους θεμελιώδεις άξονες της ύπαρξης: την αυτογνωσία, την καλοσύνη, τη διάκριση, την απλότητα. Αν ο άνθρωπος καταφέρει να αναγνωρίσει το μη ουσιώδες ως μη ουσιώδες, τότε θα μπορέσει να δει το ουσιαστικό. Τότε η αλλαγή δεν θα είναι πια αντίδραση σε σύγχυση, αλλά δημιουργία που πηγάζει από καθαρότητα.

Η αληθινή μεταμόρφωση αρχίζει όταν ο άνθρωπος κατανοήσει ότι η ηρεμία, η καλοσύνη και η ειλικρίνεια δεν είναι αρετές που πρέπει να «μάθει», αλλά καταστάσεις που αναδύονται όταν η σύγχυση απομακρυνθεί. Όπως διδάσκει η εσωτερική παράδοση όλων των σχολών, «το φως δεν χρειάζεται να δημιουργηθεί· χρειάζεται απλώς να αποκαλυφθεί».

Μόνο τότε μπορεί να γεννηθεί ο αληθινός μετασχηματισμός, όχι σαν εξωτερική επανάσταση αλλά σαν εσωτερική αναλαμπή που διαχέεται στον κόσμο, όπως μια μικρή φλόγα που φωτίζει ολόκληρο δωμάτιο.

Μιχάλης Γρηγορίου